Οξεία Λοίμωξη από Epstein–Barr και Αθηρογόνες Μεταβολές του Λιπιδαιμικού Προφίλ

Εισαγωγή

Ο ιός Epstein–Barr (EBV) αποτελεί συχνό αίτιο λοιμώδους μονοπυρήνωσης και η οξεία λοίμωξη συνοδεύεται από σημαντική φλεγμονώδη απόκριση. Η συγκεκριμένη μελέτη διερεύνησε κατά πόσο η οξεία λοίμωξη από EBV επηρεάζει τα λιπίδια, τις λιποπρωτεΐνες και ένζυμα που σχετίζονται με τον μεταβολισμό τους.

Σχεδιασμός της Μελέτης

Συμμετείχαν 29 ασθενείς με οξεία λοιμώδη μονοπυρήνωση και 30 υγιείς μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.

Οι ασθενείς αξιολογήθηκαν κατά τη διάγνωση και ξανά τέσσερις μήνες μετά την υποχώρηση της εμπύρετης νόσου.

Μετρήθηκαν, μεταξύ άλλων:

ολική χοληστερόλη, LDL-C, HDL-C, τριγλυκερίδια, απολιποπρωτεΐνες, Lp(a), μικρές πυκνές LDL, CETP, Lp-PLA2, PON1 και φλεγμονώδεις κυτταροκίνες.

Κύρια Αποτελέσματα

Κατά την οξεία φάση της λοίμωξης παρατηρήθηκαν χαμηλότερες τιμές:

ολικής χοληστερόλης,
HDL-C,
LDL-C,
apoA-I και apoB.

Παράλληλα, ήταν αυξημένα τα τριγλυκερίδια, ο λόγος apoB/apoA-I, η δραστηριότητα της CETP και η συγκέντρωση των μικρών πυκνών LDL σωματιδίων.

Στον Πίνακα 1 της μελέτης, για παράδειγμα, η HDL-C αυξήθηκε από 29 mg/dL στην οξεία φάση σε 49 mg/dL τέσσερις μήνες αργότερα, ενώ η LDL-C αυξήθηκε από 75 σε 108 mg/dL. Αντίθετα, τα τριγλυκερίδια μειώθηκαν από διάμεσο 178 σε 93 mg/dL.

Μικρές Πυκνές LDL

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή των small-dense LDL (sdLDL).

Κατά την οξεία λοίμωξη οι ασθενείς εμφάνιζαν υψηλότερη συγκέντρωση sdLDL-C και μικρότερο μέγεθος LDL σωματιδίων σε σχέση με την κατάσταση τέσσερις μήνες αργότερα.

Οι μικρές πυκνές LDL θεωρούνται περισσότερο αθηρογόνες σε σχέση με τα μεγαλύτερα LDL σωματίδια, επομένως η συγκεκριμένη μεταβολή υποστηρίζει την ύπαρξη ενός παροδικά πιο αθηρογόνου λιπιδαιμικού προφίλ.

Φλεγμονή και Λιπίδια

Κατά την οξεία φάση ήταν αυξημένοι δείκτες φλεγμονής όπως:

CRP, IL-1, IL-6 και TNF-α.

Επιπλέον, εντοπίστηκαν συσχετίσεις μεταξύ της υποχώρησης της φλεγμονής και της βελτίωσης του λιπιδαιμικού προφίλ.

Η αύξηση της LDL-C μετά την ανάρρωση συσχετίστηκε με τη μείωση της IL-6, ενώ η αύξηση της HDL-C συσχετίστηκε με τη μείωση της IL-1.

Τα διαγράμματα της σελίδας 5 απεικονίζουν επίσης τις σχέσεις μεταξύ των μεταβολών σε IL-6 και LDL-C, TNF-α και μεγέθους LDL, καθώς και IL-1 και HDL-C.

PON1 και Lp-PLA2

Η δραστηριότητα της Lp-PLA2 δεν παρουσίασε σημαντική μεταβολή μεταξύ της οξείας φάσης και της επανεξέτασης.

Αντίθετα, οι δραστηριότητες της PON1, τόσο ως paraoxonase όσο και ως arylesterase, ήταν χαμηλότερες στους ασθενείς σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες ακόμη και τέσσερις μήνες μετά την υποχώρηση της λοιμώδους μονοπυρήνωσης.

Στατιστική Ανάλυση

Ο απαιτούμενος αριθμός συμμετεχόντων υπολογίστηκε με power analysis. Η μελέτη σχεδιάστηκε ώστε 29 ασθενείς ανά ομάδα να παρέχουν περίπου 90% στατιστική ισχύ για την ανίχνευση της αναμενόμενης διαφοράς στην LDL-C.

Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν:

Shapiro–Wilk,
paired t-test ή Wilcoxon,
independent samples t-test ή Mann–Whitney U,
και συντελεστές συσχέτισης Pearson και Spearman.

Περιορισμοί

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ως βασικούς περιορισμούς το σχετικά μικρό δείγμα, την απουσία λιπιδαιμικών μετρήσεων πριν από τη λοίμωξη και τη σχετικά σύντομη διάρκεια παρακολούθησης.

Επιπλέον, δεν αξιολογήθηκαν άμεσα δείκτες αθηροσκλήρωσης, όπως το πάχος έσω-μέσου χιτώνα της καρωτίδας.

Συμπέρασμα

Η μελέτη καταλήγει ότι η οξεία λοίμωξη από Epstein–Barr σχετίζεται με παροδικές αθηρογόνες μεταβολές στο λιπιδαιμικό και λιποπρωτεϊνικό προφίλ.

Οι περισσότερες από αυτές τις μεταβολές βελτιώνονται μέσα σε τέσσερις μήνες μετά την υποχώρηση της λοιμώδους μονοπυρήνωσης, χωρίς όμως να αποκαθίστανται όλες πλήρως.

Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τη στενή σχέση μεταξύ οξείας φλεγμονής και μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών, υποστηρίζοντας την ανάγκη περαιτέρω έρευνας για το κατά πόσο οι παροδικές αυτές μεταβολές έχουν μακροχρόνια καρδιαγγειακή σημασία.